Ο άνθρωπος παίζει στον έρωτα πριν καν το καταλάβει. Κρατά απόσταση, μετράει λέξεις, σκέφτεται πότε θα απαντήσει, τι θα δείξει και τι θα κρύψει. Όχι πάντα από στρατηγική, αλλά από φόβο. Φόβο να μη δώσει περισσότερα, να μη φανεί πιο ευάλωτος, να μη χάσει τον έλεγχο. Η επιθυμία όμως δεν γεννιέται στον έλεγχο. Γεννιέται στο ρίσκο. Στη στιγμή που λες κάτι παραπάνω απ’ όσο «πρέπει», που εκτίθεσαι λίγο περισσότερο απ’ όσο νιώθεις ασφαλής. Εκεί που σταματάς να προστατεύεις τον εαυτό σου και αρχίζεις να τον δείχνεις.
Η ανθρώπινη φύση έχει μάθει να συνδέει την αξία με την αποδοχή. Θέλουμε να μας θέλουν, αλλά να μας θέλουν χωρίς να χρειαστεί να αποκαλυφθούμε πλήρως. Θέλουμε τον έρωτα, αλλά χωρίς το κόστος του. Και όμως, αυτό δεν γίνεται. Γιατί ο άλλος δεν μπορεί να αγαπήσει αυτό που δεν βλέπει. Μπορεί να ποθήσει μια εικόνα, να ελκυστεί από ένα μυστήριο, αλλά η πραγματική σύνδεση απαιτεί κάτι πιο ωμό: παρουσία χωρίς φίλτρο.
Ο Erich Fromm είχε πει ότι η αγάπη είναι πράξη και όχι συναίσθημα. Δεν αρκεί να νιώθεις. Πρέπει να μπορείς να μείνεις. Να αντέξεις την αμηχανία, τη σιωπή, την αποκάλυψη. Να μην φύγεις όταν ο άλλος γίνει λιγότερο «ιδανικός» και περισσότερο αληθινός. Εκεί δοκιμάζεται ο άνθρωπος, όχι στην αρχή που όλα καίνε, αλλά μετά, όταν η ένταση πέφτει και μένει η ουσία.
Και εκεί οι περισσότεροι επιστρέφουν στο παιχνίδι. Γιατί το παιχνίδι έχει κανόνες. Έχει έλεγχο. Δεν σε εκθέτει ολοκληρωτικά. Η αλήθεια όμως δεν έχει. Όταν σε δει κάποιος πραγματικά, δεν υπάρχει πια ρόλος να παίξεις. Και αυτό είναι απελευθερωτικό αλλά και τρομακτικό.
Ο Carl Jung έλεγε ότι ο άνθρωπος συναντά τον εαυτό του μέσα από τους άλλους. Γι’ αυτό και ο έρωτας δεν είναι ποτέ απλός. Δεν αφορά μόνο το ποιος είναι ο άλλος, αλλά και το ποιος γίνεσαι εσύ δίπλα του. Τι αποκαλύπτεται, τι φοβάσαι, τι επιθυμείς πραγματικά.
Στο τέλος, το πιο δύσκολο δεν είναι να βρεις κάποιον που να σε θέλει. Είναι να σταματήσεις να παίζεις αρκετά, ώστε να μπορέσει να σε δει. Και αυτό, για την ανθρώπινη φύση, είναι ίσως το μεγαλύτερο ρίσκο από όλα.
