Η καθημερινότητα λειτουργεί συχνά σαν μηχανισμός απορρόφησης. Ο άνθρωπος μιλά, απαντά, κινείται, ανταποκρίνεται σε ρυθμούς που δεν αφήνουν μεγάλο περιθώριο για επεξεργασία όσων πραγματικά αισθάνεται. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, πολλά πράγματα μένουν ημιτελή. Μια σκέψη που δεν ολοκληρώθηκε, μια συζήτηση που διακόπηκε, μια συναισθηματική αντίδραση που καταπιέστηκε για να συνεχιστεί η μέρα.
Τη νύχτα, όταν ο εξωτερικός θόρυβος μειώνεται, αυτά τα στοιχεία επανέρχονται χωρίς να τα προκαλεί κάποιος συνειδητά. Δεν εμφανίζονται ως νέα δεδομένα, αλλά ως συνέχεια όσων δεν επεξεργάστηκαν. Ο εγκέφαλος, απαλλαγμένος από εξωτερικά ερεθίσματα, αρχίζει να ανασυνθέτει την ημέρα. Σε αυτή τη διαδικασία, οι λεπτομέρειες που αγνοήθηκαν αποκτούν μεγαλύτερο βάρος απ’ όσο είχαν αρχικά.
Αυτό που χαρακτηρίζει τη νυχτερινή σκέψη δεν είναι η υπερβολή, αλλά η καθαρότητα. Χωρίς διάσπαση προσοχής, οι εσωτερικές εκκρεμότητες γίνονται πιο ορατές. Δεν πρόκειται απαραίτητα για αρνητική διαδικασία, αλλά για φυσική λειτουργία της ανθρώπινης αντίληψης, όπου η ησυχία λειτουργεί σαν καθρέφτης όσων προηγήθηκαν.
