Υπάρχει μια παράξενη αλήθεια που εμφανίζεται μόνο τη νύχτα. Όσο η μέρα τελειώνει, τόσο ξεκινά κάτι άλλο. Κάτι πιο εσωτερικό, πιο ωμό, πιο κοντά σε αυτό που πραγματικά είσαι όταν δεν σε βλέπει κανείς.
Κατά τη διάρκεια της ημέρας, λειτουργείς. Ανταποκρίνεσαι, προσαρμόζεσαι, μιλάς όπως πρέπει, γελάς όταν χρειάζεται, σωπαίνεις όταν επιβάλλεται. Είναι ένας ρόλος που τον έχεις μάθει καλά. Και ίσως να τον έχεις αποδεχτεί τόσο πολύ, που τον περνάς για εαυτό.
Αλλά τη νύχτα, κάτι αλλάζει. Οι άμυνες χαλαρώνουν. Οι σκέψεις δεν είναι τόσο φιλτραρισμένες. Δεν προσπαθούν να είναι σωστές ή λογικές. Είναι απλώς αληθινές. Και κάπου εκεί, ανάμεσα στη σιωπή και στο σκοτάδι, εμφανίζονται κομμάτια σου που δεν βρίσκουν χώρο μέσα στη μέρα.
Είναι εκείνες οι επιθυμίες που δεν παραδέχεσαι εύκολα. Οι φόβοι που δεν εξηγούνται. Οι αναμνήσεις που δεν έχουν κλείσει. Δεν έρχονται για να σε ταλαιπωρήσουν. Έρχονται για να σου θυμίσουν ότι υπάρχουν. Η νύχτα δεν σε βαραίνει. Σε απογυμνώνει.
Και ίσως αυτό να είναι που την κάνει τόσο δύσκολη αλλά και τόσο απαραίτητη. Γιατί μόνο όταν μείνεις μόνος με τον εαυτό σου, χωρίς θόρυβο και χωρίς περισπασμούς, έχεις την ευκαιρία να τον δεις όπως πραγματικά είναι. Όχι όπως θέλεις να φαίνεται. Όχι όπως τον δείχνεις στους άλλους. Αλλά όπως είναι, χωρίς φίλτρα.
Και αυτό, όσο άβολο κι αν είναι, είναι το πιο κοντινό που μπορείς να φτάσεις στην αλήθεια σου.
