Στη φυσική πραγματικότητα, η διαφορά ανάμεσα στην ταχύτητα του φωτός και του ήχου είναι τεράστια. Το φως στο κενό κινείται με περίπου 300.000 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο, ενώ ο ήχος στον αέρα, υπό συνηθισμένες συνθήκες, ταξιδεύει με περίπου 343 μέτρα το δευτερόλεπτο. Γι' αυτό βλέπουμε πρώτα μια αστραπή και ακούμε λίγο αργότερα τη βροντή. Τι θα συνέβαινε όμως εάν ίσχυε το αντίθετο και ο ήχος μπορούσε να ταξιδεύει γρηγορότερα από το φως;
Για να συμβεί κάτι τέτοιο, οι θεμελιώδεις νόμοι της φυσικής θα έπρεπε να είναι διαφορετικοί. Ο ήχος είναι μηχανικό κύμα και χρειάζεται ένα υλικό μέσο για να διαδοθεί, σε αντίθεση με το φως, το οποίο μπορεί να ταξιδεύει και στο κενό. Επομένως, το υποθετικό σενάριο δεν απαιτεί απλώς έναν «ταχύτερο ήχο», αλλά έναν κόσμο με ριζικά διαφορετικές ιδιότητες της ύλης και της ενέργειας.
Στην καθημερινή παρατήρηση των φαινομένων, η αλλαγή θα ήταν εντυπωσιακή. Σε μια καταιγίδα, η βροντή θα έφτανε πριν γίνει ορατή η αστραπή. Μια έκρηξη σε μεγάλη απόσταση θα γινόταν πρώτα αντιληπτή ακουστικά και αργότερα οπτικά. Ο τρόπος με τον οποίο συνδέεται σήμερα η εικόνα με τον ήχο θα αντιστρεφόταν.
Οι τηλεπικοινωνίες θα μπορούσαν επίσης να αναπτυχθούν σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Αν υπήρχε τρόπος μετάδοσης ηχητικών κυμάτων σε τεράστιες ταχύτητες, τα συστήματα επικοινωνίας ίσως βασίζονταν περισσότερο σε μηχανικά κύματα παρά σε ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία. Οι τεχνολογίες ραδιοεπικοινωνίας και οπτικών ινών πιθανότατα δεν θα κατείχαν τη σημερινή κυρίαρχη θέση.
Ακόμη πιο σημαντικές θα ήταν οι συνέπειες για τη φυσική. Σύμφωνα με την ειδική θεωρία της σχετικότητας, η ταχύτητα του φωτός στο κενό αποτελεί θεμελιώδες όριο για τη μετάδοση πληροφορίας και για αντικείμενα με μάζα. Ένας ήχος που θα μετέφερε πληροφορία ταχύτερα από το φως θα απαιτούσε επομένως ένα διαφορετικό θεωρητικό πλαίσιο.
Θα εμφανιζόταν μάλιστα ένα πολύ βαθύτερο πρόβλημα: η αιτιότητα. Στη σημερινή φυσική, η υπερφωτεινή μετάδοση πληροφορίας δημιουργεί σοβαρές θεωρητικές δυσκολίες σχετικά με τη σειρά αιτίας και αποτελέσματος για διαφορετικούς παρατηρητές. Έτσι, το ζήτημα δεν θα περιοριζόταν στο ότι θα ακούγαμε κάτι πριν το δούμε. Θα άγγιζε την ίδια τη δομή του χώρου και του χρόνου.
Το υποθετικό αυτό σενάριο δείχνει πόσο στενά συνδέονται ακόμη και δύο καθημερινά φαινόμενα, όπως το φως και ο ήχος, με τους θεμελιώδεις κανόνες της φυσικής. Η αντιστροφή της ταχύτητάς τους δεν θα άλλαζε απλώς τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε μια καταιγίδα. Θα απαιτούσε έναν κόσμο στον οποίο ορισμένες από τις βασικότερες αρχές της σύγχρονης φυσικής θα ήταν διαφορετικές.
